Δημοσιεύσεις / Αναδημοσιεύσεις

Ευθανασία μικρομεσαίων επιχειρήσεων αντί πολιτικών αναδιάρθρωσης

Ο Επιστημονικός Διευθυντής του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, Διονύσης Γράβαρης και καθηγητής «Θεωρίας Κράτους και Κοινωνικής Πολιτικής» στο Πάντειο πανεπιστήμιο  μιλά στην εφημερίδα «Εποχή» για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και το πώς επηρεάζεται ο κλάδος της μικρής επιχειρηματικότητας από τη νέα οικονομική κρίση και την πανδημία

Η συνέντευξη δόθηκε στον Παύλο Κλαυδιανό.

Να δούμε, εισαγωγικά, την κατάσταση της οικονομίας;

 Με μία πρώτη μακροσκοπική ματιά, η οικονομία στο ενδεκάμηνο του 2020 βρίσκεται σε ύφεση. Η μείωση του ΑΕΠ προβλέπεται κοντά στο 10%, δηλαδή μιλάμε για μία απώλεια περίπου 18 δισ. ευρώ παραγόμενου πλούτου. Έχουμε, λοιπόν, μια οικονομία που βρίσκεται σε ύφεση, η οποία προκλήθηκε από εξωγενή παράγοντα, την πανδημία. Με τα δεδομένα αυτά, το ενδιαφέρον μας οφείλει να εστιάσει στην πολιτική αντιμετώπισής της. Πρέπει, δηλαδή, να εξετάσουμε εάν και κατά πόσο η πολιτική που ακολουθείται είναι αντιϋφεσιακή έτσι ώστε να ελαφρυνθούν οι αρνητικές της επιπτώσεις. Η προσεκτική παρατήρηση της πολιτικής που ακολουθείται από την κυβέρνηση – και τούτο ανεξάρτητα από την ιδεολογική ή εν γένει πολιτική της φυσιογνωμία – μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι η διαχείριση της κρίσης είναι εσφαλμένη καθώς επιτείνει ακόμα περισσότερο τα υφεσιακά φαινόμενα. Ενώ, με απλά λόγια, η οικονομία είναι διασωληνωμένη η πολιτική που ακολουθείται μοιάζει σαν να κάνει οικονομία στο οξυγόνο. Αυτό γίνεται εμφανές από τα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής που έχουν ληφθεί μέχρι σήμερα. Στη μεγάλη τους πλειονότητα περιορίζονται σε φορολογικές ή οιονεί φορολογικές δαπάνες – όπως η παράταση πληρωμής οφειλών ή η περίφημη επιστρεπτέα προκαταβολή – και θα καλύψουν μόνο ένα μικρό μέρος του εισοδήματος που έχει χαθεί. Και, φυσικά, ούτε λόγος γίνεται για τις δημόσιες επενδύσεις. Εκτιμάται, μάλιστα, ότι στο τέλος του έτους θα υπάρξει δημοσιονομικό έλλειμμα όχι εξαιτίας μια αντιϋφεσιακής επεκτατικής πολιτικής αλλά εξαιτίας της ίδιας της ύφεσης και της μείωσης του εισοδήματος.

Η κριτική επεκτείνεται, διότι αυτή η πολιτική προδιαγράφει ένα καθηλωμένο 2021, ενώ βγαίναμε από μια δεκαετή κρίση. Υπάρχει το ενδεχόμενο, μιας παρατεταμένης στασιμότητας;

Το ενδεχόμενο αυτό είναι ορατό. Και τούτο όχι μόνο εξαιτίας του μεγέθους και της διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας, αλλά και σε δύο επιπρόσθετους παράγοντες. Στην υπερχρέωση της ελληνικής οικονομίας αφενός και στο ότι, μόλις πρόσφατα, η ελληνική οικονομία εξήλθε από μία οικονομική κρίση με τις λαβωματιές της ακόμα ορατές. Μάλιστα, η σημερινή κρίση, που συνοδεύεται από απώλειες ανθρωπίνων ζωών, έρχεται να φρενάρει μια αργή αλλά σταθερή πορεία ανάκαμψης που παρατηρήθηκε από το Β’ Εξάμηνο του 2016 και μετά, σύμφωνα τόσο με τα στοιχεία από τις εξαμηνιαίες έρευνες του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων (ΙΜΕ) όσο και από τα επίσημα στοιχεία. Ωστόσο, οι δύο κρίσεις παρουσιάζουν μια σημαντική διαφορά: ενώ στη διάρκεια της πρώτης έχουμε μια σταδιακή απώλεια στο τζίρο στους περισσότερους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας, αντίθετα στη σημερινή υπάρχουν επιχειρήσεις αλλά και κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας με σχεδόν μηδενικό τζίρο σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Ποια η αντοχή, λοιπόν, αυτού του ωκεανού των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ) στο υφεσιακό περιβάλλον;

Οι ΜμΕ στην Ελλάδα είναι αντιμέτωπες με προβλήματα που είναι χρόνια και διαρθρωτικά –υπάρχουν για αρκετές δεκαετίες, δηλαδή– αλλά και προβλήματα που συνδέονται με την ύφεση. Για να είμαστε ακριβέστεροι πρέπει να πούμε ότι τα διαρθρωτικά προβλήματα οξύνονται και επιδεινώνονται στην περίοδο της κρίσης. Πρώτο πρόβλημα είναι η ολιγοπωλιακή διάρθρωση των αγορών στην ελληνική οικονομία. Υπάρχουν αγορές προϊόντων, όπου το 80% του μεριδίου της αγοράς κυριαρχείται από προϊόντα δύο ή τριών μεγάλων επιχειρήσεων. Η ολιγοπωλιακή διάρθρωση μπορεί κατά ένα μέρος να εξηγήσει το γεγονός ότι ενώ οι ελληνικές ΜμΕ απασχολούν το 80% των απασχολουμένων στον ιδιωτικό τομέα παράγουν μόνο 40% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας. Το δεύτερο πρόβλημα είναι το μικρό μέγεθος όχι, όμως, μόνο των ΜμΕ αλλά και των μεγάλων επιχειρήσεων σε σύγκριση με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις – αυτές, δηλαδή που απασχολούν έως 9 άτομα – και είναι σχεδόν το 97% του συνόλου των επιχειρήσεων ο μέσος όρος απασχολουμένων, συμπεριλαμβανομένου του εργοδότη, είναι 2,2 άτομα. Το στοιχείο αυτό μας δείχνει αφενός τον ρηχό καταμερισμό εργασίας στο εσωτερικό τους και αφετέρου τον στενό επιχειρηματικό τους ορίζοντα, την έλλειψη με άλλα λόγια οικονομιών κλίμακος. Το τρίτο, τέλος, διαρθρωτικό πρόβλημα είναι οι δυσχέρειες στη χρηματοδότηση, δεδομένου ότι λιγότερες από τις μισές ΜμΕ καταφεύγουν στο τραπεζικό σύστημα ενώ δεν υφίστανται ούτε έχουν λειτουργήσει ποτέ χρηματοδοτικά εργαλεία προσαρμοσμένα στις ανάγκες τους. Επομένως, εδώ και αρκετές δεκαετίες οι πολλές ΜμΕ συνυπάρχουν με τις λίγες μεγάλες επιχειρήσεις σε μια σχέση ανισομέρειας.

Αυτή η “συνύπαρξη” και η γενικότερη ισορροπία στην περίοδο της κρίσης κλονίστηκε;

Όπως ανέφερα προηγουμένως σε περιόδους κρίσης όπως η σημερινή τα διαρθρωτικά προβλήματα οξύνονται, κατά συνέπεια και η σχέση συνύπαρξης γίνεται πιο δυσχερής. Οι ΜμΕ επιχειρήσεις, που αποτελούν κατά το μεγαλύτερό τους ποσοστό την παραδοσιακή μικροαστική τάξη στην Ελλάδα, δεν είναι ούτε ομοιογενείς ούτε ομοιόμορφες Αν παρατηρήσουμε τη δομή τους θα διακρίνουμε δύο κατηγορίες: την «επιχειρηματικότητα ανάγκης» αφενός και την «επιχειρηματικότητα ευκαιρίας» αφετέρου. Η επιχειρηματικότητα ανάγκης δεν είναι τίποτε άλλο παρά οιονεί μισθωτή απασχόληση. Πρόκειται, στην περίπτωση αυτή για πολύ μικρές επιχειρήσεις με αυτοαπασχολούμενους που απαντούν κυρίως στον τριτογενή τομέα της οικονομίας και λιγότερο στον δευτερογενή. Το χαρακτηριστικό τους είναι ότι το εισόδημά τους δεν ακολουθεί τη λογική σχηματισμού του κέρδους, αλλά πολύ περισσότερο τη λογική σχηματισμού ενός οιονεί μισθού. Ανάμεσα σ’ αυτή την οιονεί μισθωτή απασχόληση και στην «επιχειρηματικότητα ευκαιρίας» που αποτελείται από καθαυτό επιχειρήσεις μικρού ή μεσαίου μεγέθους δεν υπάρχουν στεγανά. Αντίθετα, παρατηρούμε ροές από τη μία κατηγορία στην άλλη, που η φορά τους αλλάζει ανάλογα με τον οικονομικό κύκλο. Έτσι, σε περιόδους ύφεσης παρατηρούνται ροές από την «επιχειρηματικότητα ευκαιρίας» στην οιονεί μισθωτή απασχόληση. Παρατηρείται, δηλαδή, μια ιδιόμορφη προλεταριοποίηση ενός μέρους αυτής της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης. Το φαινόμενο αυτό διαπιστώθηκε από τις έρευνες του ΙΜΕ στη διάρκεια της προηγούμενης κρίσης. Μάλιστα, πήρε δύο μορφές. Η πρώτη, ήταν η μετάβαση από την εργοδοσία στην αυτοαπασχόληση. Η δεύτερη, και πιο στρεβλή μορφή, ήταν η μετάβαση στην άτυπη ή αδήλωτη επιχειρηματική δραστηριότητα. Από το Β’ Εξάμηνο του 2016 μέχρι και το Α’ Εξάμηνο του 2019 που η ελληνική οικονομία παρουσίαζε σημάδια ανάκαμψης η κατεύθυνση των ροών αντιστράφηκε. Την ίδια στιγμή, και αυτό είναι αξιοσημείωτο, παρατηρείται σε ορισμένους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας ανανέωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στις ΜμΕ με την είσοδο νέων ανθρώπων με γνώσεις και νέες αντιλήψεις αλλά και με ικανότητα προσαρμογής στα δεδομένα που είχε δημιουργήσει η πρώτη κρίση. Για να συνοψίσω: η συνύπαρξη των ΜμΕ με τις μεγάλες επιχειρήσεις είναι συνάρτηση πρώτον του βαθμού ανισομέρειας που αυξάνει και διευρύνεται σε περιόδους κρίσης, αλλά και δεύτερον της ίδιας της εσωτερικής διάρθρωσης των ΜμΕ.

Στη βιοτεχνία τι συνέβαινε στη φάση αυτή;

Τα προβλήματα με τη βιοτεχνία, γενικότερα με τις ΜμΕ στον δευτερογενή τομέα της οικονομίας, είναι διαφορετικά και έρχονται από μακριά. Οι ελληνικές βιοτεχνίες έρχονται αντιμέτωπες με συνεχόμενα και διαδοχικά κύματα κρίσεων που έχουν την αφετηρία τους στην αποβιομηχάνιση της ελληνικής οικονομίας στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Ένα δεύτερο κύμα έρχεται στα μέσα της δεκαετίας του 1990 με τον εκτοπισμό των προϊόντων της ελληνικής βιοτεχνίας, κυρίως καταναλωτικών αγαθών, από εισαγόμενα προϊόντα. Στο τρίτο κύμα που συνέβη στη διάρκεια της προηγούμενης κρίσης παρατηρούμε τη συρρίκνωση εκείνων των βιοτεχνιών που παρήγαγαν ενδιάμεσα αγαθά και ήταν για αρκετό χρονικό διάστημα προμηθευτές μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων. Οι τελευταίες, προφανώς εξαιτίας χαμηλότερου κόστους, στράφηκαν για την προμήθεια των ενδιαμέσων αγαθών σε βιοτεχνίες από άλλες χώρες και κυρίως από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Από την άλλη μεριά, εμφανίζονται νέες βιοτεχνίες σε μη παραδοσιακούς κλάδους, όπως είναι η αγροδιατροφή που περιλαμβάνει μεγάλη «γκάμα» προϊόντων από το κρασί μέχρι τα φάρμακα.

Αν κατάλαβα σωστά την ανάλυσή σου συντελείται και μια αναδιάρθρωση, συγχρόνως, στην περίοδο της κρίσης.

Ακριβώς, από την άποψη της ποιότητας το τοπίο δεν είναι το ίδιο, μολονότι το εύρος αυτών των αναδιαρθρώσεων είναι ακόμα περιορισμένο. Ωστόσο, παρατηρούμε νέα χαρακτηριστικά από την άποψη της ίδιας της επιχειρηματικής συμπεριφοράς. Βλέπουμε, δηλαδή, νέους κατά κανόνα επιχειρηματίες που το ενδιαφέρον τους είναι προσανατολισμένο στην ποιότητα των προϊόντων και στην καινοτομία. Από την άποψη αυτή παρατηρούμε κάποια σημάδια δυναμικής. Αυτή η σημειακή, ας πούμε, δυναμική δεν περιορίζεται σε νέους κλάδους όπως η αγροδιατροφή αλλά παρατηρείται και σε παραδοσιακούς, θα λέγαμε κλάδους, όπως είναι για παράδειγμα εκείνος των κατασκευών. Ο κλάδος αυτός που καταστράφηκε, σχεδόν, από την προηγούμενη κρίση υπήρξε πολύ σημαντικός στη συμβολή του στο ΑΕΠ και την απασχόληση. Αρκετοί επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο αυτό, όπως ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί, ψυκτικοί, κλπ. έχουν προσαρμόσει, πλέον, την επιχειρηματική τους δραστηριότητα στην ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρουν με τη χρήση της ψηφιακής, πλέον, τεχνολογίας. Αυτή η δειλή δυναμική και αναδιάρθρωση που παρατηρείται χρειάζεται, τώρα, την ουσιαστική συμβολή τόσο του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων όσο και του ΕΣΠΑ. Πρέπει να σταματήσουν οι επιχορηγήσεις σε επενδύσεις οι οποίες ούτως ή άλλως θα γίνονταν ή σε επενδύσεις με πενιχρά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα. Πρέπει να χρηματοδοτηθούν υποδομές τις οποίες έχουν ανάγκη οι ΜμΕ ώστε να ξεπεράσουν τα χρόνια διαρθρωτικά τους προβλήματα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επιχορήγηση “συστάδων επιχειρήσεων”, οι οποίες μπορούν να ξεκινούν από μία κοινή αποθήκη ή έναν προμηθευτικό συνεταιρισμό και να φτάνουν σε ένα πρότυπο επιχειρηματικό πάρκο. Είναι, δηλαδή, υποδομές που διευρύνουν το επιχειρηματικό ορίζοντα των ΜμΕ.

Γίνονται σημαντικά βήματα, γενικά, συνεταιριστικών δομών;

Σε ορισμένες περιπτώσεις μόνο συμβαίνει αυτό, απέχουμε πολύ ακόμα από το να σχηματισθεί μία κρίσιμη μάζα. Η διοίκηση της Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε. έχει ενστερνισθεί την άποψη αυτή αλλά ακόμη η δύναμη της αδράνειας είναι ισχυρή καθώς η νοοτροπία που επικρατεί και έχει καλλιεργηθεί εδώ και πολλά χρόνια είναι η καθήλωση στην πρακτική της μικροϊδιοκτησίας.

Λοιπόν, οι ΜμΕ είναι ένα διαρθρωτικό πρόβλημα που, όπως υποστηρίζουν πολλοί, καθηλώνει την ελληνική οικονομία; Πώς το σχολιάζεις;

 Είναι όντως διαρθρωτικό πρόβλημα, αλλά το ζήτημα είναι τι κάνεις για τη λύση του. Το διαρθρωτικό πρόβλημα δεν λύνεται με την ευθανασία των ΜμΕ, αλλά με το σχεδιασμό και την υλοποίηση πολιτικών αναδιάρθρωσης αυτού του κόσμου της μικρομεσαίας επιχειρηματικής δραστηριότητας. Αντίθετα, οι πολιτικές που με συνέπεια ακολουθούνται είναι πολιτικές διαιώνισης του ίδιου του διαρθρωτικού προβλήματος.

Η κρίση προχωρεί. Τα ρεπορτάζ σημειώνουν ότι πολλές επιχειρήσεις δεν άνοιξαν, πριν το δεύτερο λοκ ντάουν και πολλές θα κλείσουν τώρα. Ποια η εικόνα σου;

Τα επίσημα δημοσιευμένα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας μέχρι τώρα δείχνουν μια απότομη μείωση της ζήτησης τόσο για καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες όσο και για επενδύσεις. Αυτή δεν οφείλεται μόνο στη μείωση του εισοδήματος, το οποίο ελάχιστα αναπληρώθηκε από τα μέτρα της κυβέρνησης σε προφανή αντίθεση με τα μέτρα που έλαβαν κυβερνήσεις σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Οφείλεται και στο απλό γεγονός ότι πολλές επιχειρήσεις σε αρκετούς κλάδους δεν λειτουργούν με κατακρήμνιση του τζίρου τους. Από τις έρευνες του ΙΜΕ φαίνεται ότι η μία στις τέσσερις επιχειρήσεις δηλώνει ότι δεν θα ανοίξει το επόμενο διάστημα. Και τα στοιχεία αυτά είναι από τον Ιούλιο του 2020. Είναι πολύ πιθανό και εξαιτίας της έξαρσης της πανδημίας από τις αρχές του φθινοπώρου και του δεύτερου λοκ ντάουν η εικόνα αυτή να έχει επιδεινωθεί.

Τα μεσαία στρώματα είναι στο επίκεντρο της πολιτικής, πριν τις εκλογές και τώρα. Ποιο το σχόλιό σου;

Πάντοτε αυτά τα κοινωνικά στρώματα ήταν το μήλο της έριδος για τα κόμματα στον ανταγωνισμό τους για την ανάδειξή τους στην κυβέρνηση. Ωστόσο, η αντιμετώπιση των κομμάτων είναι αμφίσημη και αμφίθυμη καθώς κυμαίνεται μεταξύ φιλοφρόνησης και ψόγου. Στο σκέλος της φιλοφρόνησης είναι οι γνωστοί χαρακτηρισμοί περί «ραχοκοκαλιάς της ελληνικής οικονομίας» και περί «νοικοκυραίων». Γνωρίζουμε ότι τα στρώματα αυτά ήταν ανέκαθεν η βάση κάθε καθεστώτος, αυτό δηλαδή που πολύ εύστοχα και με ακρίβεια ονόμασε ο Ν. Πουλαντζάς τάξεις – στηρίγματα. Από την άποψη αυτή ο χαρακτηρισμός ραχοκοκαλιά δεν αναφέρεται στον οικονομικό τους ρόλο, αλλά στη συμβολή τους στην κοινωνική συνοχή. Το ίδιο ισχύει και με τον χαρακτηρισμό «νοικοκυραίοι» με τη διαφορά ότι στην περίπτωση έχουμε και ένα επίχρισμα συντηρητικής ιδεολογίας. Στο σκέλος, τώρα, του ψόγου και της επίκρισης είναι ο χαρακτηρισμός των ίδιων ακριβώς στρωμάτων ως φοροφυγάδες, τροφοδότες της αδήλωτης εργασίας και τελικά ως «βαρίδι» της ελληνικής οικονομίας. Αυτή η αμφιθυμία εκ μέρους των πολιτικών κομμάτων και κυρίως των κυβερνητικών έχει γίνει αισθητή από τα στρώματα αυτά. Συγκεκριμένα, σε διαδοχικές έρευνες του ΙΜΕ τίθεται το ερώτημα «ποιο κόμμα εκπροσωπεί τα συμφέροντά σας». Οι τιμές που παίρνει “ο κανένας” κυμαίνονται από το 57% στο ελάχιστο μέχρι το 85% στο μέγιστο. Το εύρημα αυτό μάς επιτρέπει να υποστηρίξουμε ότι η αμφίσημη και αμφίθυμη προσέγγιση εκ μέρους των πολιτικών κομμάτων μετασχηματίζεται σε ένα δείγμα κρίσης εκπροσώπησης εκ μέρους των στρωμάτων αυτών. Αυτή η σχέση αμοιβαίας συνενοχής εκδηλώνεται και στην πολιτική συμπεριφορά αυτών των στρωμάτων, η οποία χαρακτηρίζεται με τρόπο αντιφατικό από ένα είδος ριζοσπαστισμού εγκλωβισμένου τις περισσότερες φορές στο εσωτερικό μιας συντηρητικής ιδεολογίας. Ενός ριζοσπαστισμού, δηλαδή, χωρίς τη δύναμη της αμφισβήτησης.

Πάντοτε, το βλέπουμε και σήμερα, παραπονιούνται ότι ξεγελάστηκαν από τα κόμματα που υποστήριξαν και ήλθαν στην εξουσία. Πόσο αληθές είναι αυτό, πώς συμβαίνει;

Ας δούμε τα πράγματα πιο προσεκτικά. Από το 2015 μέχρι σήμερα είχαμε δύο κυβερνήσεις: ΣΥΡΙΖΑ το 2015, ΝΔ το 2019 που δεν τήρησαν, για διαφορετικούς λόγους, τις προεκλογικές τους υποσχέσεις διαψεύδοντας με τον τρόπο αυτό τις υψηλές προσδοκίες που είχαν καλλιεργήσει. Ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε με ένα πρόγραμμα αντιμνημονιακό, έδωσε τη μάχη και έχασε. Παρ’ όλα αυτά τον Σεπτέμβρη του έδωσαν πάλι μια νέα ευκαιρία. Η εφαρμογή του τρίτου μνημονίου και κυρίως της ρήτρας του πρωτογενούς πλεονάσματος είχε ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη φορολόγηση των μεσαίων, κυρίως, εισοδηματικών στρωμάτων, στα οποία ανήκουν και τα στρώματα για τα οποία αναφερόμαστε εδώ. Η υπερφορολόγηση, η οποία σύμφωνα και με τις έρευνες του ΙΜΕ θεωρείται ως το βασικότερο εμπόδιο για την επιχειρηματική δραστηριότητα, υπήρξε και το «χαρτί» στο οποίο «πόνταρε» προεκλογικά η Ν.Δ. το 2019. Αυτή η προεκλογική υπόσχεση εισπράχθηκε από τα στρώματα αυτά στην ονομαστική και όχι στην πραγματική της αξία. Γιατί με τα δεδομένα των πρωτογενών πλεονασμάτων μείωση της φορολογίας σήμαινε και αντίστοιχη μείωση στο σκέλος των δαπανών. Η πραγματική αξία αυτής της υπόσχεσης φάνηκε ήδη στην ομιλία του κυρίου Κ. Μητσοτάκη, ως εκλεγμένου πρωθυπουργού, στα εγκαίνια της ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο του 2019, όταν τα μέτρα για μείωση των φορολογικών βαρών που εξαγγέλθηκαν ήταν αρκετά περιορισμένα. Με το ξέσπασμα της πανδημίας, ωστόσο, και με την ύφεση που ακολούθησε το ζήτημα της υπερφορολόγησης έχει φύγει από το προσκήνιο καθώς τώρα πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραματίζει η απώλεια εισοδήματος. Μάλιστα, τα ευρήματα των τελευταίων ερευνών του ΙΜΕ – αλλά και ορισμένα από τα λεγόμενα «ποιοτικά» στοιχεία μερικών δημοσκοπήσεων – περί ανεπάρκειας των μέτρων που λαμβάνει η κυβέρνηση της Ν.Δ. ίσως είναι τα πρώτα σημάδια ότι η διάψευση αυτή έχει αρχίσει να γίνεται αισθητή.

NEWSLETTER

Για να δείτε όλα μας τα ενημερωτικά δελτία πατήστε εδώ

Για να λαμβάνετε το ενημερωτικό δελτίο του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, παρακαλώ προχωρήστε σε εγγραφή.

  • Το email επικοινωνίας σας

SOCIAL MEDIA